Η διάγνωση του ΣΔ απαιτεί πάντα τη μέτρηση του σακχάρου ή/και της Γλυκοζυλιωμένης Αιμοσφαιρίνης (HbA1c) στο αίμα. Η παρουσία συμπτωμάτων της πάθησης σε συνδυασμό με τυχαίο δείγμα σακχάρου αίματος μεγαλύτερο από 200 mg% είναι ενδεικτικό διαβήτη.
Σε ασυμπτωματικά άτομα πρέπει να επιβεβαιωθεί με δύο τουλάχιστον αυξημένες τιμές γλυκόζης αίματος: γλυκόζη αίματος μετά από τουλάχιστον 8ωρη νηστεία ≥ 126 mg%. Σε αυτές τις περιπτώσεις ΔΕΝ χρειάζεται καμία άλλη εξέταση όπως η Γλυκοζυλιωμένη Αιμοσφαιρίνη και η Δοκιμασία Ανοχής Γλυκόζης.
Σε περίπτωση αμφιβολίας πραγματοποιείται μία ειδική δοκιμασία, η οποία λέγεται Δοκιμασία Ανοχής Γλυκόζης ή καμπύλη σακχάρου. Η δοκιμασία πρέπει να γίνεται το πρωί, αφού το άτομο έχει παραμείνει νηστικό όλη τη νύκτα. Τις τρεις προηγούμενες ημέρες θα πρέπει να τηρεί τη συνηθισμένη διατροφή του και να μην έχει προηγηθεί νόσος. Σε όλη τη διάρκεια της εξέτασης το άτομο πρέπει να είναι καθισμένο, ήρεμο και να μην καπνίζει. Οι τιμές σακχάρου στο αίμα προσδιορίζονται πρώτα, όταν το άτομο είναι νηστικό και μετά κάθε 30 λεπτά για 2 ώρες, αφού δοθούν από το στόμα 75 γραμμάρια γλυκόζης διαλυμένα σε 1,5 ποτήρι νερό. Οι κρίσιμες τιμές είναι εκείνες των 0 και 120 λεπτών.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΝΙΣΘΕΙ ΟΤΙ Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΘΕΣΗ ΣΕ ΔΙΑΓΝΩΣΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ.
Δοκιμασίες και κριτήρια για την διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη
- Γλυκόζη πλάσματος νηστείας ≥126 mg/dl
- Γλυκόζη πλάσματος 2 ωτών (κατα τη δοκιμασία φόρτισης με γλυκόζη 75γρ.) ≥200 mg/dl
- Τυχαία μέτρηση γλυκόζης πλάσματος ≥200 mg/dl σε ασθενή με τυπικά συπτώματα υπεργλυκαιμίας ή υπεργλυκαιμική κρίση
Ο ποσοτικός προσδιορισμός του κλάσματος της Αιμοσφαιρίνης το οποίο ονομάζεται Γλυκοζυλιωμένη Αιμοσφαιρίνη αντικατοπτρίζει τη μέση τιμή των επιπέδων γλυκόζης αίματος κατά το προηγούμενο τρίμηνο, το οποίο προηγείται της αιμοληψίας και της μέτρησης.
Η τιμή της Γλυκοζυλιωμένης Αιμοσφαιρίνης πρέπει να είναι ≥ 6,5% για να είναι κριτήριο για τη διάγνωση του ΣΔ και να έχει γίνει σε πιστοποιημένο εργαστήριο. Αν ωστόσο, δεν έχει γίνει σε πιστοποιημένο εργαστήριο και η τιμή είναι σαφώς υψηλότερη (π.χ. 7,0% και 7,2%) σε δύο μετρήσεις τότε η διάγνωση του ΣΔ τεκμηριώνεται.
Κληρονομικότητα και πρόληψη του Σακχαρώδους Διαβήτη
Στα περισσότερα άτομα με ΣΔ κληρονομείται μόνο μία προδιάθεση για την πάθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άτομα που έχουν κληρονομήσει την προδιάθεση θα εμφανίσουν οπωσδήποτε διαβήτη.
Η πιθανότητα να εμφανίσουν διαβήτη τα παιδιά, είναι πολύ μικρή (κάτω του 5%). Αντίθετα, στα παιδιά των ατόμων με ΣΔ τύπου 2 με κληρονομική προδιάθεση υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα για εμφάνιση διαβήτη στην ενήλικη ζωή τους.
Οι παράγοντες οι οποίοι συντελούν στην εμφάνιση του ΣΔ τύπου 2 είναι:
- η καθιστική ζωή,
- η παχυσαρκία και
- ο σύγχρονος αγχώδης τρόπος ζωής.




