
Χρησιμοποιούμε τον όρο «διαβητικό πόδι», για να περιγράψουμε το πόδι διαβητικού που εμφανίζει κατά κανόνα αλλοιώσεις νευροπάθειας με ή χωρίς αγγειοπάθεια. Mπορεί να υπερέχουν οι αλλοιώσεις νευροπάθειας ή η ισχαιμία ή να συνυπάρχουν εξίσου.
Tο διαβητικό πόδι συνήθως έχει κακή αισθητικότητα και στατική αλλαγμένη με αποτέλεσμα τη δημιουργία αρχικά υπερκεράτωσης και αργότερα εξέλκωσης και φλεγμονής. Tα πόδια αυτά είναι ευαίσθητα στην εφαρμογή θερμότητας (π.χ. θερμοφόρες) και παθαίνουν εύκολα έγκαυμα εξ επαφής ή φλεγμονές μετά από μικροτραυματισμούς μη αισθητούς. Mπορεί να συμβαίνουν ανώδυνα κατάγματα (άρθρωση Charcot) και να δημιουργούνται νευροπαθητικά έλκη, όχι οπωσδήποτε ισχαιμικά.
Όταν έχουμε έλκη, με ψηλαφητές ραχιαία του ποδός και οπίσθια κνημιαία, η αιτιολογία είναι νευροπαθητική. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατή η επούλωση, αλλά οι υποτροπές είναι συχνές.
Τι πρέπει να γνωρίζουμε για το διαβητικό πόδι
Tα προβλήματα των ποδιών είναι αιτία για τις περισσότερες εισαγωγές διαβητικών σε νοσοκομείο απ’ ό,τι οποιαδήποτε άλλη επιπλοκή του διαβήτη. Η Διαβητική νευροπάθεια είναι η κύρια αιτία στους ασθενείς αυτούς, οι οποίοι έχουν εμφανίσει έλκη.
H ανάπτυξη ελκών στα πόδια είναι συνήθως αποτέλεσμα τραυματισμού σε έδαφος νευροπάθειας, ή παρουσίας κάλου, με χαρακτηριστική μείωση της αισθητικότητας ως προς τον πόνο και τη διαφορά θερμοκρασίας, αλλά μπορεί να συμβάλλει στο έλκος και συνυπάρχουσα ιστική ισχαιμία της περιφερικής αρτηριοπάθειας. Tο έλκος το οποίο δημιουργείται, αργά ή γρήγορα, επιπλέκεται από λοίμωξη και αν δεν αντιμετωπισθεί έγκαιρα μπορεί να εμφανισθεί οστεομυελίτιδα.
Για τους λόγους αυτούς η αντιμετώπιση πρέπει να γίνει έγκαιρα, γρήγορα και σωστά και να αποκλεισθεί η ύπαρξη οστεομυελίτιδας. Η ύπαρξη της τελευταίας αλλάζει και τον τρόπο της θεραπευτικής αντιμετώπισης του έλκους. Σήμερα, όταν γίνει γρήγορη διάγνωση της οστεομυελίτιδας, αυτή θεραπεύεται με τη χρήση αντιβιοτικών. Στην ανάπτυξη της βλάβης συμμετέχουν δυσλειτουργικά αισθητικά, κινητικά και νεύρα του αυτονόμου νευρικού συστήματος.
H αισθητική νευροπάθεια ελαττώνει την αίσθηση αντίληψης του πόνου, με αποτέλεσμα ο ασθενής να μην αντιλαμβάνεται τους μηχανικούς τραυματισμούς, οι οποίοι συνεχίζονται, χωρίς να γίνεται αισθητή η ενόχληση. Ασθενής περπατούσε τρεις ημέρες με καρφί εσωτερικά στο εσωτερικό του παπουτσιού, που του τραυμάτιζε με αιμορραγία το πόδι, χωρίς να αισθάνεται ενόχληση.
Πολλές φορές, όμως, στην καθημερινή κλινική πρακτική παρατηρούνται τα μη-επουλούμενα διαβητικά έλκη τα οποία οφείλονται συνήθως στην ύπαρξη οστεομυελίτιδας.
Διάγνωση
Η διάγνωση της οστεομυελίτιδας σε διαβητικούς ασθενείς είναι συχνά δύσκολη, ιδίως όταν υπάρχει ήδη οστική παθολογία, δεδομένου ότι η βιοψία οστού δεν αποτελεί συνηθισμένη πρακτική και οι συνήθεις εργαστηριακές εξετάσεις συχνά δεν είναι απολύτως διαγνωστικές. Η βιοψία οστού μπορεί να είναι τραυματική, να επιμολύνει χειρότερα το έλκος και μπορεί να μη ληφθεί ιστός οστού, ο οποίος να έχει μολυνθεί. Ως εκ τούτου, η απεικόνιση είναι απαραίτητη για την έγκαιρη και ορθή διάγνωση.
Από την διεθνή βιβλιογραφία δεν έχει διευκρινισθεί ποια απεικονιστική μέθοδος είναι περισσότερο κατάλληλη για την διάγνωση της οστεομυελίτιδας: η μαγνητική τομογραφία ή το σπινθηρογράφημα με επισημασμένα λευκά.
- Η μαγνητική τομογραφία (MRI) θεωρείται ως η πλέον ειδική και ευαίσθητη μέθοδος για την διάγνωση της οστεομυελίτιδας, ιδιαίτερα αν αυτή εντοπίζεται στο πρόσθιο τμήμα του ποδιού. Εντοπίζει γρήγορα το οίδημα μυελού (εύρημα ύπαρξης οστεομυελίτιδας), τυχόν αποστήματα και το μέγεθός τους και περιγράφει λεπτομερώς την έκταση της λοίμωξης. Ωστόσο, σε περιπτώσεις ύπαρξης λοίμωξης στο μέσο/οπίσθιο τμήμα του ποδιού, η μαγνητική τομογραφία έχει περιορισμένες δυνατότητες καθώς δεν μπορεί να καθορίσει το οίδημα του μυελού αν αυτό οφείλεται σε οστεομυελίτιδα ή σε οξεία αρθροπάθεια Charcot. Επιπρόσθετα, με το MRI δεν μπορεί να καθορισθεί αν η θεραπεία της οστεομυελίτιδας υπήρξε επιτυχής, επειδή οι απεικονίσεις δείχνουν ότι οι βλάβες παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε ασθενείς στους οποίους η οστεομυελίτιδα έχει ήδη επιτυχώς θεραπευθεί.
- Το σπινθηρογράφημα με επισημασμένα λευκά, είναι η απεικονιστική μέθοδος εκλογής σχετικά με την επιτυχή ή μη θεραπεία της οστεομυελίτιδας. Τα επισημασμένα λευκά δεν συγκεντρώνονται σε οστικές βλάβες σε απουσία λοίμωξης. Κατά συνέπεια η επιτυχής θεραπευτική αντιμετώπιση της οστεομυελίτιδας μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο με τα επισημασμένα λευκά αιμοσφαίρια.




