Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1, είναι ο παλαιότερα καλούμενος ινσουλινοεξαρτώμενος ή νεανικός ΣΔ.
Στον ΣΔ τύπου 1 υπάγονται όσοι ασθενείς είναι από τη διάγνωση του διαβήτη ινσουλινοεξαρτώμενοι ή χρειάσθηκαν μόνιμη θεραπεία με ινσουλίνη ένα χρόνο, το αργότερο, από τη διάγνωση. Στην καθημερινή κλινική πρακτική συνήθως τα άτομα αυτά χρειάζονται θεραπευτική αντιμετώπιση με ινσουλίνη εντός μηνός από την διάγνωση της υπεργλυκαιμίας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις η διάγνωση γίνεται σε παιδική, εφηβική ή γενικώς νεαρή ηλικία. H νεαρή, όμως, ηλικία διάγνωσης δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό του διαβήτη τύπου 1, εφόσον εξαρχής ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης μπορεί να εμφανισθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ακόμη και γεροντική.
Tα άτομα με ΣΔ τύπου 1 δεν έχουν δυνατότητα έκκρισης ινσουλίνης, γι’ αυτό, αν δεν υποβάλλονται σε ινσουλινοθεραπεία, γρήγορα εμφανίζουν απορρύθμιση μέχρι κετοξέωσης. Τα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα αυτών των ατόμων είναι μηδενικά. Στο πλάσμα των ασθενών κυκλοφορούν διάφοροι τύποι αυτοαντισωμάτων, οι οποίοι υποδηλώνουν την αυτοανοσοποιητική αιτιολογία της νόσου στο πλείστον των περιπτώσεων.
Το ιδανικό για την κατάταξη στον τύπο 1 θα ήταν να μετρηθούν τα αυτοαντισώματα και να επιβεβαιωθεί η μηδαμινή έκκριση ινσουλίνης κα ιC πεπτιδίου, αλλά κάτι τέτοιο σπάνια χρειάζεται. Επιπρόσθετα, τα άτομα αυτά μπορεί είτε πριν τη διάγνωση του ΣΔ είτε μετά, να εμφανίσουν και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα όπως υπερ- ή υπο-θυρεοειδισμό (το συνηθέστερο), κοιλιοκάκη κ.ά.
Στην έρευνα της αιτιοπαθογένειας του ΣΔτ1 συνέβαλαν η επιδημιολογία, η γενετική, η ανοσολογία και η ιολογία. Ωστόσο, η ακριβής αιτία δεν έχει διευκρινισθεί.




